Καθηγούμενος της Ι.Μ.Μ. Βατοπαιδίου, Γέροντας Εφραίμ: Αδιάρρηκτοι πνευματικοί δεσμοί της Μονής Βατοπαιδίου και του σερβικού λαού

Објављено 29.05.2026
Ομιλία του Γέροντος Εφραίμ, Καθηγουμένου της Ι.Μ.Μ. Βατοπαιδίου, κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου «Η σχέση της Μονής Βατοπαιδίου και των Ορθοδόξων Σέρβων στο μεταίχμιο παρελθόντος και παρόντος», που πραγματοποιήθηκε στις 26 Μαΐου 2026, στο Μέγαρο Σερβία στο Βελιγράδι:
 
Ἡ Ἱερὰ Μεγίστη Μονὴ τοῦ Βατοπαιδίου κατέχει τὴν δεύτερη θέση στὴν ἱεραρχία τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ εἶναι κτισμένη στὴν βόρεια πλευρὰ τῆς χερσονήσου, σὲ ἕνα πανέμορφο ὅρμο, στολισμένη μὲ ἄφθονες φυσικὲς καλλονές. Τὸ κτιριακό της συγκρότημα ἐντυπωσιάζει τὸν προσκυνητὴ ἀπὸ τὸ μέγεθος, τὴν ποικιλία καὶ τὴν ὁμορφιὰ τῶν διαφόρων οἰκοδομημάτων της.

Τὸ Καθολικὸ τῆς Μονῆς, κτισμένο στὸ τέλος τοῦ 10ου αἰῶνος, τιμᾶται στὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου καὶ συμπανηγυρίζει καὶ στὴν Κατάθεση τῆς Τιμίας Ζώνης τῆς Θεοτόκου στὶς 31 Αὐγούστου.
 
Εἶναι ἡ μόνη Μονὴ στὸν κόσμο, στολισμένη μὲ ἑπτὰ θαυματουργὲς εἰκόνες τῆς Παναγίας καὶ πάνω ἀπὸ 60 ἀνέρχονται οἱ γνωστοὶ ἅγιοι τῆς Μονῆς. Μεταξὺ αὐτῶν κυρίαρχη θέση κατέχουν οἱ Ἅγιοι Σάββας Πρῶτος Ἀρχιεπίσκοπος Σερβίας καὶ ὁ πατέρας του Συμεὼν Νεμάνια ὁ Μυροβλύτης, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται νέοι κτίτορες τῆς Μονῆς.
 
Ἡ μακραίωνη ἱστορία τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου μαρτυρεῖ, σύμφωνα μὲ τοὺς λόγους τοῦ μακαριστοῦ Γέροντός μας Ἰωσὴφ τοῦ Βατοπαιδινοῦ ὅτι πάντοτε εἶχε τὸ ἕνα πόδι στὸν ἡσυχασμὸ καὶ τὸ ἕτερο στὴν ἱεραποστολή, στηρίζοντας ὄχι μόνο τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ ὁμόδοξα ἔθνη σὲ δύσκολους χρόνους, ἰδίως κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας. Δημιουργοῦνται ἄρρηκτες πνευματικὲς σχέσεις μὲ Ρωσσία, Ρουμανία, Βουλγαρία, ἀλλὰ ὅλως ἰδιαιτέρως μὲ τὴν Σερβία, λόγῳ τῆς σχέσεως τῆς Μονῆς μας μὲ τοὺς δύο ἐθνάρχες καὶ ἁγίους τοῦ σερβικοῦ λαοῦ.
 
Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, τὸ πρῶτο μονύδριο ποὺ ἱδρύθηκε στὸν χῶρο τῆς Μονῆς, κτίστηκε ἀπὸ τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο. Τὸ μονύδριο αὐτὸ στάθηκε βραχύβιο γιατὶ κατεστράφη ἀπὸ τὸν Ἰουλιανὸ τὸν Παραβάτη. Ξανακτίζεται ἀπὸ τὸν Μέγα Θεοδόσιο, μετὰ τὴν θαυμαστὴ διάσωση τοῦ γιοῦ του Ἀρκαδίου ἀπὸ ναυάγιο στὸν θαλάσσιο χῶρο τῆς Μονῆς. Τὸ 2001 κατόπιν ἀνασκαφῶν στὸν αὐλειο χῶρο τῆς Μονῆς βρέθηκαν τὰ θεμέλια τῆς παλαιοχριστιανικῆς βασιλικῆς δίπλα στὸν βόρειο χορό, τὴν ὁποία ἔκτισε ὁ Μέγας Θεοδόσιος.

Ἡ Μονὴ αὐτῆς τῆς περιόδου συνέχισε τὴν πνευματική της πορεία μέχρι τὶς πρῶτες δεκαετίες τοῦ 10ου αἰῶνος, ὁπότε κατεστράφη καὶ λεηλατήθηκε ἀπὸ τοὺς Σαρακηνοὺς πειρατές. Ὁ μόνος μοναχὸς ποὺ διεσώθη ὑπῆρξε ὁ νεαρὸς ἱεροδιάκονος Ἅγιος Σάββας ὁ Βηματάρης, ὁ ὁποῖος ἔκρυψε τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Βηματάρισσας, μαζὶ μὲ μιὰ ὑπερμεγέθη λαμπάδα, καὶ τὸν λιτανευτικὸ σταυρὸ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου στὸ πηγάδι ποὺ σήμερα βρίσκεται ἐξωτερικά, στὸν τοῖχο τοῦ νότιου χοροῦ τοῦ Καθολικοῦ. Στὴν προσπάθειά του νὰ κρύψει τὰ ἱερὰ κειμήλια ἀργοπόρησε καὶ συνελήφθη ἀπὸ τοὺς πειρατές, οἱ ὁποῖοι τὸν ὁδήγησαν αἰχμάλωτο στὴν τότε ἕδρα τους στὴν Κρήτη. Ὅταν πλέον ὑπέργηρος ἐλευθερώθηκε ὁ ἱεροδιάκονος Σάββας, μαζὶ μὲ τοὺς ὑπόλοιπους ποὺ ἐλευθέρωσε ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς τὸ 961 στὴν ἀπελευθέρωση τῆς Κρήτης ἀπὸ τοὺς Σαρακηνούς, ἐπέστρεψε στὴν Μονή, ὅπου βρῆκε τοὺς τρεῖς ἐξ Ἀδριανουπόλεως αὐταδέλφους, Νικόλαο, Ἀθανάσιο καὶ Ἀντώνιο, νὰ τὴν ἀνακαινίζουν, μὲ προτροπὴ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου. Ὑπέδειξε τὸν χῶρο τοῦ πηγαδιοῦ Δευτέρα βράδυ, ὅπως ἀναφέρει ἡ παράδοση, καὶ ἀνοίγοντας τὸ πηγάδι, βρῆκαν τὴν εἰκόνα νὰ στέκει πάνω στὸ νερό, μαζὶ μὲ τὸν σταυρὸ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ τὴν λαμπάδα νὰ καίει ἀκοίμητα ἐνώπιον τῶν ἱερῶν κειμηλίων. Ἀφοῦ τὰ ἔβγαλαν ἀπὸ τὸ πηγάδι, τὴν μὲν εἰκόνα τῆς Παναγίας τοποθέτησαν στὸ ἱερὸ σύνθρονο τοῦ Καθολικοῦ, τὴν λαμπάδα στὰ δεξιὰ τῆς εἰκόνας νὰ διατηρεῖται ἀκοίμητη, ἐνῶ τὸν Σταυρὸ τὸν τοποθέτησαν πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα.
 
Ὁ 12ος αἰώνας ὅμως ἀποτελεῖ ὁρόσημο στὴν ἱστορία τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου, γιατὶ κατὰ θεία Πρόνοια συγκαταλέγονται στὴν βατοπαιδινὴ ἀδελφότητα οἱ δύο μεγάλοι άγιοι Σάββας καὶ Συμεών, μετέπειτα κτίτορες τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Χιλανδαρίου. Ὅπως ἀναφέρει ὁ κατὰ πλάτος βίος τῶν Ἁγίων, γραμμένος ἀπὸ τὸν μαθητή τους Δομετιανό, καὶ τὸν Θεοδόσιο, ὁ ὑστερότοκος γιὸς τοῦ κράλη τῶν Σέρβων Στεφάνου Νεμάνια, ὁ Ράτσκο, ἀφοῦ ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὴν πατρίδα του, ἦλθε στὸ Ἅγιο Ὄρος καὶ ἐκάρη μοναχὸς στὴν Μονὴ τοῦ Ξυλουργοῦ. Στὴν πανήγυρη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, τὸ πιὸ πιθανὸν τοῦ 1186, ὁ νεαρὸς μοναχὸς Σάββας ἐπεσκέφθη τὴν πανηγυρίζουσα Μονὴ τοῦ Βατοπαιδίου. Ἡ τάξις, ἡ ἱεροπρέπεια καὶ μεγαλοπρέπεια τῆς Μονῆς, καθὼς καὶ ἡ πνευματικότητα τῶν τότε πατέρων καὶ τοῦ Ἡγουμένου τὸν ἐντυπωσίασαν. Ὁ τότε Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Θεοστήρικτος, τοῦ πρότεινε, ἐντυπωσιασμένος ἀπὸ τὴν ὅλη παράσταση καὶ πνευματικότητα τοῦ νεαροῦ μοναχοῦ Σάββα, νὰ συγκαταλεχθεῖ στὴν βατοπαιδινὴ ἀδελφότητα. Ὄντως ὁ Ἅγιος Σάββας ὑπήκουσε, ἔγινε μέλος τῆς βατοπαιδινῆς ἀδελφότητας, διακονώντας στὸ ἀρχονταρίκι, στὴν τράπεζα, στὸ μαγειρεῖο, στὸν φοῦρνο, παρακολουθώντας καὶ ἀκολουθώντας τὴν ὅλη κοινοβιακὴ ζωὴ τῆς Μονῆς, ἀνεξαρτήτως τῆς εὐγενικῆς του καταγωγῆς. Κατὰ τὴν παραμονή του στὴν Μονὴ Βατοπαιδίου, ἔγραψε πολλὲς φορὲς γράμματα στὸν Ἡγεμόνα πατέρα του, προτρέποντάς τον νὰ ἀφήσει τὴν ἡγεμονία, νὰ γίνει μοναχός καὶ νὰ ἔλθει στὸ Ἄγιο Ὄρος γιὰ νὰ συγκατοικήσουν. Ὁ πατέρας του πείστηκε στοὺς λόγους τοῦ γιοῦ του Σάββα, παραιτήθηκε τῆς ἡγεμονίας, ἀφήνοντας στὴν θέση του τὸν γιό του Στέφανο τὸν Πρωτοστεφῆ. Ἐκάρη ἀνήμερα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Συμεών, ἐνῶ ἡ σύζυγός του Ἄννα ὀνομάστηκε Ἀναστασία μοναχή. Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ἀποσύρθηκε γιὰ λίγο χρονικὸ διάστημα στὴ δική του Μονὴ τῆς Στουντένιτσας. Οἱ συνεχεῖς ὅμως προτροπὲς τοῦ γιοῦ του Σάββα, τὸν ἔπεισαν νὰ ἔλθει κοντά του στὴ Μονὴ Βατοπαιδίου. Ἡ συνάντησις τῶν δύο Ἅγίων, Σάββα καὶ Συμεὼν ἔγινε στὶς 2 Νοεμβρίου 1197. Ἐν παρενθέσει ἀναφέρουμε ὅτι ἡ Μονή μας ἑόρτασε μὲ λαμπρότητα τὸ 1997, στὶς 2 Νοεμβρίου, μὲ παναγιορείτικη ἀγρυπνία καὶ διορθόδοξη συμμετοχὴ τὸ γεγονὸς αὐτό. Τὴν Ἐκκλησία τῆς Σερβίας ἐκπροσώπησαν οἱ Μητροπολίτες Μαυροβουνίου κ. Ἀμφιλόχιος, Ἐρζεγοβίνης κ. Ἀθανάσιος, Μπίχατς κ. Χρυσόστομος καὶ Μπάτσκας κ. Εἰρηναῖος.
 
Ὁ βίος λοιπὸν τῶν Ἁγίων ἀναφέρει ὅτι οἱ δωρεές τους πρὸς τὴ Μονὴ Βατοπαιδίου ἦταν τόσο πλούσιες, ὥστε νὰ ὀνομαστοῦν νέοι κτίτορες τῆς Μονῆς. Ἔντυσαν τὴ στέγη καὶ τοὺς θόλους τοῦ Καθολικοῦ μὲ μολύβι γιὰ στεγανοποίηση, ἔκτισαν τὰ παρεκκλήσια τοῦ Ἁγίου Νικολάου, τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου καὶ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Μαζὶ μὲ τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Χρυσοστόμου ἔκτισαν πύργο μὲ κελλιά, γιὰ νὰ διαμένουν οἱ ἴδιοι καὶ ὅσοι Σέρβοι μοναχοὶ ἤθελαν νὰ ζήσουν μαζί τους. Ἐπίσης ἔκτισαν νέα καὶ εὐρύχωρο τράπεζα γιὰ τὴν ἑστίαση τῶν πατέρων. Προίκησαν τὸ Μοναστήρι μὲ σκεύη λειτουργικὰ ἀργυρόχρυσα, μὲ χρυσοκέντητα βῆλα, ποδέες καὶ ἄμφια γιὰ τὶς λειτουργικὲς καὶ λατρευτικὲς ἀνάγκες τῆς Μονῆς. Δυστυχῶς ὅμως ὁ πανδαμάτωρ χρόνος καὶ οἱ διάφορες περιστάσεις, ἰδίως ἡ λεηλασία τῆς Μονῆς, πρῶτα ἀπὸ τοὺς λατινόφρονες στὸ τέλος τοῦ 13ου αἰῶνος καὶ ἀκολούθως ἀπὸ τοῦς Καταλανοὺς στὶς ἀρχὲς τοῦ 14ου αἰῶνος ἀφάνισε αὐτὸ τὸν πλοῦτο τῶν ἀφιερωμάτων. Σὲ μιὰ καταγραφὴ τοῦ σκευοφυλακείου τῆς Μονῆς τοῦ 1597 γίνεται λόγος γιὰ τὴν ποδέα τοῦ Ἁγίου Σάββα, χωρὶς νὰ γνωρίζουμε τίποτα ἄλλο. Δυστυχῶς σήμερα δὲν σώζεται. Κάτω ἀπὸ τὴν τωρινὴ ἐπένδυση τῆς θαυματουργοῦ εἰκόνος τῆς Παναγίας Βηματάρισσας, στὸ κάτω μέρος, σώζεται τμῆμα ἀργυρόχρυσης ἐπένδυσης ἐπισμαλτωμένης τοῦ 12ου αἰῶνος, ἡ ὁποία φέρει τὸ ὄνομα τοῦ Ἡγουμένου Θεοστηρίκτου. Ὁ Ἡγούμενος Θεοστήρικτος εἶναι αὐτὸς ποὺ δέχτηκε τοὺς Ἁγίους στὴ Μονή καὶ ὕστερα, κατόπιν δικού τους αἰτήματος τοὺς παραχώρησε τὸ ἐρειπωμένο παλαιὸ μονύδριο τοῦ Χιλανδάρη, τὸ ὁποῖο ἀνῆκε στὴ Μονὴ Βατοπαιδίου καὶ χρησιμοποιεῖτο ὡς μελισσομάνδρειο, γιὰ νὰ κτιστεῖ ἡ Μονὴ Χιλανδαρίου, ὥστε τὸ σερβικὸ ἔθνος νὰ ἔχει, ἀνὰ τοὺς αἰῶνας, τόπο θρησκευτικῆς καταπαύσεως καὶ ἐθνικῆς ἀναφορᾶς. Γράφει ὁ νεότερος βιογράφος τῶν Ἁγίων, Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος, ὅτι ἡ δωδεκαετὴς παραμονὴ τοῦ Ἁγίου Σάββα στὴ Μονὴ Βατοπαιδίου εἶχε ἀνεκτίμητο ὄφελος ἀπὸ τὸ ἀν ἔμενε σὲ κάποιο σλαβικὸ μοναστήρι, γιατὶ ἔτσι ἔμαθε ἄπταιστα ἑλληνικά, μελέτησε στὴν πλούσια βιβλιοθήκη της Μονῆς τὸν θησαυρὸ τῶν πατερικῶν κειμένων στὴν πρωτότυπη ἑλληνικὴ γλώσσα, ὥστε αὐτὸ νὰ τὸν βοηθήσει στὸ μετέπειτα μεταφραστικό του ἔργο ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ στὰ σερβικά. Τὸ Βατοπαίδι ἀποτελοῦσε πρότυπο Μονῆς γιὰ τὸν Ἅγιο Σάββα σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς, ἀρχιτεκτονικῆς, τέχνης, λατρείας καὶ κυρίως πνευματικῆς ζωῆς καὶ κοινοβιακῆς τάξης, ὥστε ἀργότερα νὰ θεμελιώσει καὶ τὴν δική του Μονή, τὸ Χιλανδάρι, σὲ αὐτὸ τὸ πρότυπο. Καὶ καταλήγει ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Σάββα στὸ Βατοπαίδι δὲν ἦταν τυχαῖο γεγονός, οὔτε ἔγινε ἀπὸ ἀνθρώπινα κίνητρα, ὅπως ἐπιθυμία τῶν Βατοπαιδινῶν γιὰ δόξα καὶ πλουτισμό, ἀλλὰ καθαρὰ ἀπὸ τὴν θεία Πρόνοια.
 
Αὐτὴ λοιπὸν ἡ σχέσις μεταξὺ Μονῆς Βατοπαιδίου, Ἁγίων Σάββα καὶ Συμεών, Μονῆς Χιλανδαρίου καὶ κατ’ ἐπέκτασιν τοῦ σερβικοῦ ἔθνους εἶναι θεμελιωμένη ἀπὸ τὴν θεία Πρόνοια σὲ πνευματικὰ θεμέλια, καὶ διατηρεῖται ἀμείωτη πέραν τῶν 850 ἐτῶν.

Πρώτη ἀναφορὰ σὲ αὐτὲς τὶς σχέσεις θὰ γίνει στὴν ἀρχαία συνήθεια τῶν δύο Μονῶν, ποὺ διατηρεῖται μέχρι σήμερα, νὰ ἀνταλλάσσουν Ἡγουμένους κατὰ τὶς πανηγύρεις τους. Δηλαδὴ ὁ Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου χοροστατεῖ καὶ προεξάρχει στὴν Πανήγυρη τῶν Εἰσοδίων τῆς Μονῆς Χιλανδαρίου, καὶ τανάπαλιν ὁ Χιλανδαρινὸς Ἡγούμενος χοροστατεῖ καὶ προεξάρχει τῆς Πανηγύρεως τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου. Προσφάτως, ἀπὸ τὸ 2014, μὲ κοινὴ ἀπόφαση τῶν δύο Μονῶν, γιὰ περισσότερη πνευματικὴ ἐπαφή, ἀποφασίστηκε καὶ ἐφαρμόζεται ὡς ἔθος πλέον, νὰ προΐσταται τῆς λιτανείας τὴν Δευτέρα τῆς Διακαινισήμου τῆς Μονῆς Χιλανδαρίου ὁ Βατοπαιδινὸς Ἡγούμενος μὲ ὁμάδα πατέρων του, καὶ τὴν Τρίτη τοῦ Πάσχα νὰ προΐσταται τῆς λιτανείας τῆς Παναγίας τῆς Βηματαρίσσης τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου ὁ Χιλανδαρινὸς Ἡγούμενος μὲ ὁμάδα πατέρων του.

Ἐν συνεχείᾳ, ἀνατρέχοντας τὴν ἱστορία, θὰ κάνουμε ἀναφορὰ σἔ ἔγγραφα, σκεύη, καὶ ἄλλα ἀντικείμενα ποὺ σώζονται στὸ ἀρχεῖο καὶ σκευοφυλάκειο τῆς Μονῆς μας, δωρεὲς διαφόρων Σέρβων Ἡγεμόνων, ποὺ δείχνουν αὐτὴ τὴν πνευματικὴ σχέση μεταξὺ Μονῆς Βατοπαιδίου καὶ σερβικοῦ ἔθνους, λόγῳ τῆς παρουσίας τῶν δύο μεγάλων Ἁγίων Σάββα καὶ Συμεών, κοινῶν κτιτόρων μὲ τὴ Μονὴ Χιλανδαρίου.

Ὁ Σέρβος λοιπὸν Ἡγεμόνας, Ἰωάννης Οὔγγλεσης, μὲ χρυσόβουλλό του, το 1369 ἐπικυρώνει τὴν ἰδιοκτησία τῆς Μονῆς στὴ λίμνη Μπουροῦς καὶ παραχωρεῖ τὸ ἰχθυοτροφεῖο τῶν Ἁγίων Θεοδώρων στὴν ἴδια περιοχὴ στὴ Μονή. Τὸ ἔγγραφο εἶναι γραμμένο στὰ ἑλληνικὰ καὶ ἐκδόθηκε κατόπιν αἰτήσεως τοῦ Ἡγουμένου τῆς Μονῆς μας Θεοδοσίου. Τὸ 1371, ὁ ἴδιος Ἰωάννης Οὔγγλεσης ἐπισκέπτεται τὸ Ἅγιο Ὄρος καὶ τὴ Μονὴ Βατοπαιδίου καὶ ἐκδίδει ξανὰ χρυσόβουλλο στὰ σερβικά, γιὰ τὴν ἰδιοκτησία τῆς Μοῆς στὴ λίμνη Μπουροῦς. Δώρισε ἐπίσης τὰ δύο ἑλληνικὰ περγαμηνὰ Εὐαγγελιστάρια, Νο. 6 καὶ 10, τὰ ὁποῖα βρίσκονται στὸ παλαιὸ σκευοφυλάκειο, καθὼς καὶ τὸ ἐγκόλπιο Νο. 52, μὲ τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Πέρσου, τὸ ὁποῖο φέρει παλαιοσερβικὲς ἐπιγραφές. Ἀνακαινίζει τὸ παρεκκλήσιο τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, τὸ ὁποῖο βρίσκεται ἐντὸς τῆς αὐλῆς τῆς Μονῆς, προσθέτοντας καὶ νέα κτίρια, ὥστε νὰ μετατραπεῖ σὲ νοσοκομεῖο τῆς Μονῆς. Τὴν ἴδια χρονιά, τὸ 1371, ἁγιογραφεῖται τὸ παρεκκλήσιο τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων μὲ δική του χορηγία. Στὸ νάρθηκα τοῦ παρεκκλησίου σώζεται ἀπεικόνηση τοῦ Ἡγεμόνα νὰ κρατάει τὸ ὁμοίωμα τοῦ παρεκκλησίου, ἡ ὁποία εἶναι τοῦ 1847. Ἀπὸ τὸ Μάρτιο τοῦ 2025 ξεκίνησε μὲ τὴν αἰγίδα καὶ φροντίδα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ὑπηρεσίας Χαλκιδικῆς καὶ Ἁγίου Ὄρους ἡ συντήρηση τῶν τοιχογραφιῶν τοῦ παρεκκλησίου τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων. Ἐλπίζουμε ὅτι μὲ τὴν ἀφαίρεση τῶν νεοτέρων στρωμάτων τοιχογραφιῶν τοῦ 1847 θὰ βρεθεῖ τὸ αὐθεντικὸ πορτραῖτο τοῦ Ἡγεμόνος καὶ κτήτορος Ἰωάννου Οὔγγλεση τοῦ 14ου αἰῶνος.

Πιὸ πρίν, τὸ 1346 καὶ τὸ 1348, Ὁ Ἡγεμόνας Στέφανος Δουσὰν ἐκδίδει στὰ σερβικὰ δύο χρυσόβουλλα, γιὰ τὴν ἰδιοκτησία τῶν Μετοχίων τῆς Μονῆς στὴν περιοχὴ Καλαμαριᾶς, και προσηλώνει ὡς ἰδιοκτησία καὶ μετόχι τῆς Μονῆς τὸ χωριὸ Ἅγιος Μάμας, ἀπαλλάσσοντας συνάμα τὰ μετόχια αὐτὰ ἀπὸ τὶς καταβολὲς φόρων.
 
Ἕνας ἄλλος Ἡγεμόνας, ὁ Στέφανος Λαζάρεβιτς, παραχωρεῖ τὸ 1427, μὲ χρυσόβουλλό του, ἐτήσια χορηγία 60 λίτρων ἄργυρου ἀπὸ τὸ ὀρυχεῖο Novo Brdo. Παραχωρεῖ ἐπίσης τὸ χωριὸ Koprivnica, ποὺ βρίσκεται στὸ ὀρυχεῖο Novo Brdo, ὡς μετόχι τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου, γιὰ τὴν παραμονὴ ἐκεῖ τῶν Βατοπαιδινῶν πατέρων, ἀπαλλάσσοντάς το ἀπὸ κάθε φορολογία.

Τὸ 1432 ὁ μέγας Σέρβος Ἡγεμόνας Celnik Radic, μὲ χρυσόβουλλό του δωρίζει ὡς μετόχιο στὴ Μονή μας τὸ χωριὸ Belo Polie ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Morava, ἀπαλλάσσοντάς το ἀπὸ κάθε φορολογία, δωρίζοντας συνάμα ἀμπέλια γιὰ τὶς ἀνάγκες της Μονῆς καὶ 100 χρυσᾶ δουκάτα ἐτησίως. Τὰ δύο πιὸ πάνω ἔγγραφα τοῦ 1427 καὶ τοῦ 1432 ἐπικυρώνει ὁ Δεσπότης τῶν Σέρβων Γεώργιος Μπράνκοβιτς.

Στὸ τέλος τοῦ 14ου αἰῶνος δωρίζει στὴ Μονή μας ὁ Νεομάρτυς Ἅγιος Σέρβος Ἡγεμόνας Λάζαρος τὸ δεύτερο τμῆμα τῆς Τιμίας Ζώνης, τὸ ὁποῖο φυλάσσεται στὴ Μονή μας μέχρι σήμερα, καθὼς καὶ τὴ μεγάλη σταυροθήκη μὲ τὸ Τίμιο Ξύλο καὶ τὴν μικρότερη σταυροθήκη μὲ τὸν Τίμιο Κάλαμο. Καὶ οἱ δύο αὐτὲς σταυροθῆκες εἶναι ἔργα σερβικοῦ ἐργαστηρίου καὶ φέρουν πολλὰ μικρὰ τμήματα ἁγίων λειψάνων. Στὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Νικολάου ὑπάρχει μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους Σάββα καὶ Συμεὼν καὶ ἡ ἁγιογραφία τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Λαζάρου. Οἱ τοιχογραφίες εἶναι τοῦ 1780 καὶ οἱ ἐπιγραφὲς τῶν Ἁγίων εἶναι γραμμένες στὰ σερβικά. Ἐπίσης ὑπάρχει καὶ ἄλλη τοιχογραφία τοῦ Ἁγίου Λαζάρου στὸ νάρθηκα τοῦ παρεκκλησίου τῆς Ἁγίας Ζώνης, τοῦ ἔτους 1861, ποὺ τὸν παριστᾶ νὰ κρατεῖ τὸ κιβώτιο τῆς Τιμίας Ζώνης, μὲ τὴν ἐπιγραφὴ «Λάζαρος Κνέζης πάσης Σερβίας καὶ Γραικίας».

Ἀνάμεσα στὴ συλλογὴ χειρογράφων τοῦ παλαιοῦ σκευοφυλακείου τῆς Μονῆς μας, τὸ ἑλληνικὸ εὐαγγελιστάριο Νο. 1, τὸ δωρίζει ὁ Τσάρος τῶν Σέρβων, Στέφανος Οὖρος, μετὰ τῆς συζύγου του Ἄννας (1355-1371). Στὸν ἴδιο χῶρο τοῦ παλαιοῦ σκευοφυλακείου ἐκτίθεται τὸ ἁγιοποτήριο μὲ τὸ δισκάριο καὶ τὸν ἀστερίσκο του, ἔργα τοῦ τέλους τοῦ 14ου αἰῶνος, ἀπὸ ἐργαστήριο τῆς Βενετίας. Τὰ ἐν λόγῳ σκεύη εἶναι ἀργυρεπίχρυσα, διάλιθα, στολισμένα μὲ περίκλειστα σμάλτα, καὶ εἶναι δωρεὰ στὴ Μονὴ τοῦ Σέρβου Ἡγεμόνος Θωμᾶ Πρελούμπου, γαμπρού τοῦ Βυζαντινοῦ Αὐτοκράτορος Ἰωάννου Στ΄ Καντακουζηνοῦ, ὁ ὁποῖος ἦταν παντρεμένος μὲ τὴν κόρη τοῦ Αὐτοκράτορα, πριγκήπισσα Ἑλένη Παλαιολογίνα. Στὸν ἴδιο ἐπίσης χῶρο τοῦ παλαιοῦ σκευοφυλακείου ὑπάρχει ἐκτεθιμένο καὶ τὸ ἐγκόλπιο Νο. 45, δωρεὰ τοῦ Ἡγεμόνος Θωμᾶ Πρελούμπου. Εἶναι στρογυυλό, ἀργυρεπίχρυσο. Στὴν μπροστινὴ ὄψη φέρει τὸν Χριστὸ ἔνθρονο ἀνάγλυφο, ἐνῶ στὴν πίσω ὄψη τὸν Ἅγιο Δημήτριο ἐγχάρακτο σὲ προτομή. Στὴν ἴδια προθήκη ἐκτίθεται ἐπίσης ἕνα παναγιάρειο ἀπὸ ἴασπη λίθο, τοῦ 14ου αἰῶνος, μὲ σερβικες ἐπιγραφές.

Στὸ εἰκονοφυλάκειο τῆς Μονῆς σώζονται δύο εἰκόνες μὲ σερβικὲς ἐπενδύσεις. Ἡ πρώτη παριστᾶ τὸν Ἅγιο Σάββα Σερβίας, διαστάσεων 24Χ17 καὶ εἶναι τοῦ τέλους τοῦ 14ου αἰῶνος, ἐνῶ ἡ δεύτερη παριστᾶ τὴν Ἄκρα Ταπείνωση, διαστάσεων 25Χ20, τοῦ 15ου αἰῶνος.
 
Μία τρίτη εἰκόνα, ἡ ὁποία εὑρίσκεται στὶς προθῆκες τοῦ Ἱεροῦ Βήματος τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς παριστᾶ τὸν Ἅγιο Συμεὼν νὰ βαστᾶ τὸν Χριστό, διαστάσεων 33Χ27. Φέρει σερβικὴ ἐπένδυση, καὶ προέρχεται ἀπὸ σερβικὸ ἐργαστήριο τοῦ 15ου αἰῶνος.

Ἀνάμεσα στὰ ἱερὰ σκεύη ποὺ σώζονται στὸ σκευοφυλάκιο τῆς Μονῆς μας, ὑπάρχει ἕνα κατζίο ἀργυρεπίχρυσο τοῦ ἔτους 1735, τὸ ὁποῖο δώρισε ὁ Ἐπίσκοπος Μπατσκας, Σέγκεντ καὶ Ἴτσαρ Βησσαρίων, διὰ χειρὸς τοῦ Γεωργίου Βρίσα.

Ἕνα ἁγιοποτήριο τοῦ ἔτους 1745 ποὺ ἐπίσης εὑρίσεκται στὸ Νέο Σκευοφυλάκειο, προέρχεται ἀπὸ σερβικὴ δωρεά. Τὸ ἁγιοποτήριο εἶναι ἀργυρεπίχρυσο, στολισμένο μὲ πολύτιμες πέτρες καὶ ἕξι σμάλτα ρωσσικῆς τεχνοτροπίας, μὲ παραστάσεις ἀπὸ τὴν Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη. Στὴν βάση τοῦ Ποτηρίου σώζεται ἐγχάρακτη ἡ ἀκόλουθος ἐπιγραφὴ στὰ σλαβονικά: «Αὐτὸ τὸ ἅγιο Ποτήριο ἐχάρισε ἡ εὐγενεστάτη κυρία Ἄννα στὴν Ἱερὰ Μονὴ τὴ λεγομένη τοῦ Βατοπαιδίου, ποὺ βρίσκεται στὸ Ἅγιον Ὄρος, εἰς μνημόσυνον τοῦ κεκοιμημένου ἄνδρα της, τοῦ ἀξιωματικοῦ Ἀρσενίου Ζώϊτς, στὸν καιρὸ τοῦ ἐπισκόπου κ. Βησσαρίωνος Παύλοβις, τῆς Ὀρθοδόξου Ἐπισκοπῆς Μπάτσκας, ἐν ἔτει 1745». Ἡ ἀναφορὰ τοῦ Ἐπισκόπου Μπάτσκας Βησσαρίωνος στὰ δύο πὶο πάνω σκεύη δηλώνει ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος Μπάτσκας εἶχε οὐσιαστικὲς πνευματικὲς σχέσεις μὲ τὴ Μονὴ Βατοπαιδίου.

Στὸ ἀρχεῖο τῆς Μονῆς ὑπάρχει ἔγγραφο τοῦ 1644 ποὺ μαρτυρεῖται ὡς μετόχιο τῆς Μονῆς μέχρι καὶ τὸ 1821 ἡ ὁλίγον ἔξωθεν τοῦ Βελιγραδίου Μονὴ Ρακόβιτσας.

Μιὰ τελευταία ἀναφορὰ στὸν κώδικα ταξιδιωτῶν τῆς Μονῆς, ὁ ὁποῖος ἀρχίζει νὰ συγγράφεται ἀπὸ τὸ ἔτος 1672 ἕως τὸ 1844, καὶ στὸν ὁποῖο συμπεριλαμβάνονταν οἱ περιοδείες τῶν διαφόρων τῆς Μονῆς μὲ ἅγια λείψανα καὶ ὅ,τι ἔφερναν ὁ καθένας ὡς δωρεὲς στὸ Μοναστήρι. Στὸν κώδικα λοιπὸν αὐτό, τὸ 1715 γίνεται πρώτη ἀναφορὰ ὅτι ἦλθαν πατέρες ἀπὸ τὸ Βελιγράδι καὶ ἔφεραν διάφορα σκεύη καὶ χρήματα στὸ Μοναστήρι.

Ἐπίσης ὑπάρχουν ἄλλες δύο ἀναφορές, τὸ 1749 καὶ τὸ 1759 ἀπὸ πατέρες ποὺ ἐπιστρέφουν ἀπὸ τὸ Βελιγράδι καὶ προσηλώνουν στὴ Μονὴ τὰ σκεύη ποὺ τοὺς δώρισαν οἱ ἐκεῖ εὐσεβεῖς Χριστιανοί.

Μὲ τὴν πρόσφατη συντήρηση τῶν τοιχογραφιῶν τοῦ Καθολικοῦ μας, ἀφαιρώντας τὶς ἐπιζωγραφήσεις τοῦ 18ου αἰῶνος, ἀνακαλύφθηκαν 26 παραστάσεις ἁγίων Κομνήνειας τέχνης τοῦ τέλους τοῦ 12ου αἰῶνος. Κατὰ τὶς ἐμπεριστατωμένες ἔρευνες τοῦ Καθηγητοῦ Ἀρχαιολογίας Ἀθανασίου Σέμογλου, οἱ παραστάσεις αὐτὲς εἶναι ὅ,τι σώθηκε ἀπὸ τὴν ἁγιογράφηση ἡ ὁποία ἔγινε τὴν ἐποχὴ τοῦ τέλους τοῦ 12ου αἰῶνος, μὲ τὴν χορηγία τῶν Ἁγίων Σάββα καὶ Συμεών.

Ἐπίσης κατὰ τὴν πρόσφατη ἀνακαίνιση τῆς Τράπεζας τῆς Μονῆς (2021-2025), κατόπιν ἀνασκαφῶν στὸν ἐσωτερικὸ καὶ ἐξωτερικὸ χῶρο, βρέθηκαν τὰ θεμέλια τῆς Τράπεζας τὴν ὁποία ἔκτισαν οἱ Ἄγιοι Σάββας καὶ Συμεών. Ἀνακαλύφθηκε μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ ἡ βάσις ἀπὸ τὸ ἡγουμενικὸ τραπέζι ἁγιογραφημένη.

Πρὶν κλείσουμε τὴν ὁμιλία μας, θὰ ἀναφερθοῦμε στὶς ἀπεικονίσεις τῶν δύο ἁγίων Σάββα καὶ Συμεὼν ποὺ ὑπάρχουν στὴ Μονή μας. Σὲ φορητὴ πολυπρόσωπη εἰκόνα τοῦ 15ου αἰῶνος, διαστάσεων 49Χ39, στὴν δεύτερη ζώνη σὲ ὄρθια στάση εἰκονίζονται οἱ Ἅγιοι Συμεὼν Μυροβλύτης, Ἰγνάτιος Θεοφόρος, Σάββας Σερβίας καὶ Πολύκαρπος.

Στὸ νάρθηκα τοῦ Καθολικοῦ, σὲ περίοπτο θέση δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἀπὸ τὸ ψηφιδωτὸ τοῦ Ἀρχαγγέλου τῆς παραστάσεως τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τοῦ 14ου αἰῶνος, ἁγιογραφήθηκαν ὁλόσωμοι τὸ 1819 ἀπὸ τὴ Σχολὴ τῶν Γαλατσάνων, ὁ Ἅγιος Σάββας Ἀρχιεπίσκοπος Σερβίας δεξιὰ καὶ ὁ Ἅγιος Συμεὼν τοῦ Χιλανδαρίου ἀριστερά.

Στὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Νικολάου, μπαίνοντας στὰ ἀριστερά, εἶναι ἁγιογραφημένοι τὸ 1780, ὁλόσωμοι οἱ Ἅγιοι Σάββας καὶ Συμεών, μὲ σλαβικὲς ἐπιγραφές, ὡς κτίτορες. Μαζί τους εἶναι ἁγιογραφημένος, ὅπως ἀναφέραμε πιὸ πρὶν καὶ ὁ Ἅγιος Λάζαρος ὁ Ἡγεμόνας καὶ Μάρτυς.

Στὴν Τράπεζα τῆς Μονῆς, στὴν κόγχη δεξιὰ τοῦ ἡγουμενικοῦ τραπεζιοῦ, ἀπέναντι ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, βρίσκεται ἁγιογραφημένος ὁ Ἅγιος Σάββας, μὲ τὴν ἐπιγραφὴ Ἀρχιεπίσκοπος Σερβίας καὶ Κτίτωρ Χιλανδαρίου.

Στὸ δεύτερο διάχορο, ἀνάμεσα στὰ παράθυρα τοῦ νοτίου τοίχου, βρίσκεται ἁγιογραφημένος ὁ Ἅγιος Συμεὼν Κτίτωρ τοῦ Χιλανδαρίου. Οἱ τοιχογραφίες εἶναι τοῦ 1780, ἔργο Μακαρίου Μοναχοῦ Γαλατσάνου.

Τέλος, στὸ νάρθηκα τοῦ παρεκκλησίου τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, δεξιὰ τῆς πύλης τοῦ κυρίως ναοῦ βρίσκονται μαζὶ ἁγιογραφημένοι οἱ Ἄγιοι Σάββας Ἀρχιεπίσκοπος Σερβίας καὶ Συμεὼν Κτίτωρ τοῦ Χιλανδαρίου. Οἰ τοιχογραφίες εἶναι τοῦ 1847, ἔργο Ματθαίου Ἰωάννου Ναουσαίου. Εὐελπιστοῦμε ὅτι μὲ τὴν ἀφαίρεση τῶν ἐπιζωγραφήσεων θὰ φανοῦν οἱ βυζαντινὲς ἁγιογραφίες τῶν ἁγίων, ἀλλὰ καὶ τοῦ δευτέρου κτίτορος Ἰωάννου Οὔγγλεση.

Θὰ ἀναφερθοῦμε ἐπίσης πρὶν κλείσουμε στὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς κατὰ τὴν προκαταρκτικὴ διορθόδοξο Σύνοδο ποὺ ἔγινε στὴ Μονὴ Βατοπαιδίου τὴν Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς τοῦ 1932, μὲ πρωτοβουλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Φωτίου Β΄. Ὑπάρχει καὶ σχετικὴ φωτογραφία στὰ πρόπυλα τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς, ὅπου ἀνάμεσα στὰ μέλη τῆς Συνόδου διακρίνεται τρίτος καθήμενος ἀπὸ δεξιὰ ὁ Ἅγιος Νικόλαος.

Τέλος, κλείνοντας, θὰ ἀναφερθοῦμε σὲ ἕνα γεγονὸς ποὺ ἔγινε τὸ 1994, ὅπου διαγράφεται μέσα ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὁ σεβασμὸς τῶν Σέρβων πρὸς τὴ Μονὴ Βατοπαιδίου. Ὅπως ἀναφέραμε, τὸ 1994 ὁ Ἐπίσκοπος Ἐρζεγοβίνης Ἀθανάσιος, ἐπισκέφθηκε τὴ Μονή μας μὲ ὁμάδα φοιτητῶν, ὁδοιπορώντας ἀπὸ τὴ Μονὴ Χιλανδαρίου. Ἐγὼ ὡς Ἡγούμενος τῆς Μονῆς εἰδοποιημένος, τὸν περίμενα στὴν Πύλη τῆς Μονῆς. Ὅταν λοιπὸν ἔφθασε στὴν Πύλη, ἐνώπιον πάντων, μοῦ ἔβαλε στρωτὴ μετάνοια καὶ καθὼς ἐγὼ διαμαρτυρήθηκα γιὰ τὴ μετάνοια, αὐτὸς μοῦ ἀπήντησε «Βάζω μετάνοια ἐκ μέρους ὅλου τοῦ σερβικοῦ ἔθνους γιὰ ὅσα καλὰ ἡ Μονὴ Βατοπαιδίου πρόσφερε καὶ προσφέρει στὸν σερβικὸ λαό».

Προσπαθήσαμε να φανερώσουμε στὴν ἀγάπη σας ὅσα ἱστορικὰ στοιχεῖα ἔχουμε στὰ χέρια μας ὡς Μονὴ Βατοπαιδίου, ποὺ φανερώνουν αὐτὴ τὴ σχέση μεταξύ μας καὶ τῆς Μονῆς Χιλανδαρίου καὶ κατ’ ἐπέκτασιν τοῦ σερβικοῦ ἔθνους.

 

Больше из категории